Μια φορά κι έναν καιρό, στην πανέμορφη Λυκία, γεννήθηκε ένα αγόρι που το έλεγαν Γεράσιμο. Ο Γεράσιμος από μικρούλης αγαπούσε πολύ τον Θεό και ήθελε να ζήσει μια ζωή γεμάτη καλοσύνη και προσευχή.
Όταν μεγάλωσε, ξεκίνησε ένα μεγάλο ταξίδι για τους Αγίους Τόπους. Στην αρχή, μπερδεύτηκε λίγο. Κάποιοι άνθρωποι του είπαν πράγματα για τον Χριστό που δεν ήταν σωστά, κι εκείνος τους πίστεψε γιατί είχε αγνή καρδιά. Όμως, ο Γεράσιμος ήταν ταπεινός. Όταν συνάντησε έναν σοφό γέροντα, τον Ευθύμιο, τον άκουσε με προσοχή. «Γεράσιμε», του είπε ο σοφός, «ο Χριστός είναι και Θεός και άνθρωπος μαζί, σαν το φως που ενώνεται με το κρύσταλλο». Ο Γεράσιμος κατάλαβε αμέσως το λάθος του, ζήτησε συγγνώμη και από τότε έγινε ο πιο πιστός φίλος της αλήθειας.
Έφτιαξε λοιπόν ένα μικρό σπιτάκι στην έρημο του Ιορδάνη ποταμού. Εκεί ζούσε πολύ απλά. Έτρωγε λίγο, κοιμόταν ελάχιστα και προσευχόταν συνέχεια. Έλεγε μάλιστα στους φίλους του: — «Αν θέλετε να έχετε δύναμη και υγεία, μην κοιμάστε με τις ώρες! Ο πολύς ύπνος κάνει το σώμα τεμπέλικο. Ξυπνήστε νωρίς να δείτε τον ήλιο και να μιλήσετε στον Θεό!»
Το Λιοντάρι και ο Γάιδαρος
Η πιο όμορφη ιστορία όμως ξεκινάει μια μέρα που ο Γεράσιμος περπατούσε κοντά στο ποτάμι. Ξαφνικά, άκουσε ένα φοβερό βρυχηθμό: «Γκρρρρ!» Ήταν ένα μεγάλο λιοντάρι που πονούσε πολύ γιατί μια μεγάλη αγκίδα είχε μπει στο πόδι του. Ο Άγιος δεν φοβήθηκε καθόλου. Πλησίασε το άγριο θηρίο, του έβγαλε το αγκάθι και του έδεσε την πληγή.
Από εκείνη τη μέρα, το λιοντάρι έγινε ο καλύτερός του φίλος! Δεν έφυγε ποτέ από κοντά του. Στο μοναστήρι είχαν κι έναν γάιδαρο που μετέφερε το νερό από το ποτάμι. Ο Άγιος Γεράσιμος έδωσε στο λιοντάρι μια σημαντική δουλειά: — «Λιονταράκι μου, εσύ θα προσέχεις τον γάιδαρο όταν πηγαίνει να φέρει νερό».
Όλα πήγαιναν καλά, μέχρι που μια μέρα το λιοντάρι αποκοιμήθηκε κάτω από έναν φοίνικα. Κάτι έμποροι που περνούσαν, είδαν τον γάιδαρο μόνο του, τον έκλεψαν και έφυγαν μακριά!
Όταν το λιοντάρι γύρισε μόνο του, ο Άγιος νόμιζε ότι... έφαγε τον φίλο του τον γάιδαρο! — «Αφού τον έφαγες», του είπε λυπημένος, «τώρα θα κάνεις εσύ τη δουλειά του». Και το λιοντάρι, χωρίς να παραπονεθεί, άρχισε να κουβαλάει τα βαρέλια με το νερό στην πλάτη του!
Η μεγάλη επιστροφή
Πέρασε ο καιρός και μια μέρα οι έμποροι ξαναπέρασαν από εκεί μαζί με τον κλεμμένο γάιδαρο. Το λιοντάρι, μόλις τον είδε, άρχισε να τρέχει προς το μέρος τους! Οι έμποροι τρόμαξαν και το έσκασαν, κι έτσι το λιοντάρι πήρε τον γάιδαρο από το σχοινί και τον πήγε περήφανο πίσω στον Άγιο Γεράσιμο.
Ο Άγιος χάρηκε πολύ! Κατάλαβε ότι το λιοντάρι ήταν αθώο και του ζήτησε συγγνώμη. Του χάιδεψε τη χαίτη και του είπε ότι είναι ελεύθερο να γυρίσει στο δάσος.
Όταν μετά από χρόνια ο Άγιος Γεράσιμος «κοιμήθηκε» και πήγε στον ουρανό, το λιοντάρι λυπήθηκε τόσο πολύ που πήγε πάνω στον τάφο του, άφησε έναν τελευταίο βρυχηθμό και έκλεισε κι αυτό τα μάτια του, για να είναι για πάντα μαζί με τον αγαπημένο του φίλο.
Και κάπως έτσι, παιδιά, ο Άγιος Γεράσιμος μας έμαθε ότι όταν έχεις αγάπη στην καρδιά, ακόμη και τα πιο άγρια λιοντάρια γίνονται οι πιο πιστοί σου φίλοι!